Δευτέρα, Φεβρουαρίου 23, 2009

ΕΜΕΙΣ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ/ Η ΑΛΕΚΑ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΕ;

STASILAND
Οι ζωές των άλλων, ξανά


Μια αυστραλή δικηγόρος καταγράφει μαρτυρίες των θυμάτων και των θυτών της Στάζι, της μυστικής αστυνομίας της Ανατολικής Γερμανίας

της Μαίρης Παπαγιαννιδου | Το Βήμα της Κυριακής (15/2/2009)


Η 42χρονη σήμερα αυστραλή δικηγόρος και παραγωγός ντοκυμαντέρ Αννα Φούντερ επισκέφθηκε το Βερολίνο το 1994 με σκοπό να βρει ιστορίες ανθρώπων η ζωή των οποίων καταστράφηκε από «το πιο τελειοποιημένο κράτος παρακολούθησης όλων των εποχών». Ηθελε να μάθει πώς είναι να περιμένεις να συναρμολογηθεί ένα κομμάτι της ζωής σου. Πήγε στη Λειψία για να δει τον τεράστιο μηχανισμό του ανατολικογερμανικού υπουργείου Κρατικής Ασφαλείας στο Ρούντε Εκε, το κτίριο στη «στρογγυλή γωνία» όπου ήταν παλιά τα γραφεία της Στάζι και είχε στο μεταξύ μεταμορφωθεί σε μουσείο. Ανθρωποι πήγαιναν εκεί για να διαβάσουν τις βιογραφίες τους που γράφτηκαν χωρίς την έγκρισή τους ή για να αγοράσουν για λίγες πενταροδεκάρες κάποια από αυτές τις απίστευτα βαρετές ιστορίες. Με την παθολογική εμμονή της σε λεπτομέρειες, η Στάζι είχε αποτύχει τελείως να προβλέψει το τέλος του κομμουνισμού το 1989, που σήμανε και το τέλος της χώρας. Και όμως τα απομεινάρια της πρώην Ανατολικής Γερμανίας θα έμεναν εκεί. Η κουβέντα που άνοιξε η Φούντερ με τον διευθυντή του μουσείου την οδήγησε στο πρώτο θύμα της Στάζι, μετά στο επόμενο, και σύντομα είχε αυτό που ζητούσε. Ονόματα και διευθύνσεις κάπου μέσα στην πόλη. Μαρτυρίες θυμάτων και θυτών. Οι Ανατολικογερμανοί δεν χάρηκαν καθόλου με το βιβλίο. Οταν το 2004 αποφάσισε να παρουσιάσει το βιβλίο της στη Γερμανία, η Αννα Φούντερ συνάντησε μάλλον εχθρική υποδοχή. Μετά την απόρριψη 23 γερμανών εκδοτών και την προειδοποίησή τους «να φυλάγεται», η παρουσίαση του βιβλίου έγινε στο Ρούντε Εκε, εκεί όπου είχε ξεκινήσει την έρευνά της. Η αντίδραση του κοινού απέναντι στους ομιλητές και στην ίδια ήταν μια δυσοίωνη σιωπή, ώσπου στο τέλος κάποιος ακούστηκε να λέει: «Ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να γράψεις για εμάς;». Η Φούντερ για άλλη μία φορά άθελά της προκάλεσε: «Από ποια αρχή έπρεπε να ζητήσω άδεια; Ειλικρινά πιστεύω ότι να είμαι αυστραλή συγγραφέας στην Ανατολική Γερμανία ήταν ευτύχημα για τους ανθρώπους. Ατομα σαν τη Μίριαμ και τη Γιούλια (δύο από τα θύματα της Στάζι) δεν θα έλεγαν ποτέ τις ιστορίες τους σε συμπατριώτη τους».
Με κύτταρα προβάτου
«Εξω, η Αλεξάντρ Πλατς είναι μια τεράστια έκταση από γκρίζο τσιμέντο σχεδιασμένη έτσι ώστε να κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται μικροί. Το πετυχαίνει» ήταν η πρώτη αίσθηση της συγγραφέως καθώς ξεκινούσε την περιήγησή της ως μια άλλη Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων. Η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας ήταν μια πολυμήχανη και δολερή τυραννία η οποία μέσω της Στάζι παρακολουθούσε και έλεγχε κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής. Υπολογίστηκε ότι υπήρχε ένας πληροφοριοδότης της Στάζι για κάθε έξι Ανατολικογερμανούς. Ακόμη και η «βιολογική λύση», δηλαδή «να πεθάνουν αυτοί οι ξεμωραμένοι γερομπαμπαλήδες μαρξιστές-λενινιστές», φάνταζε απίθανη. «Οι γέροι εδώ παρουσίαζαν ελάχιστα σημάδια εσωτερικής φθοράς. Ηταν ικανοί για όλα. Εκαναν ενέσεις με κύτταρα προβάτου, υπερβολικά υψηλές δόσεις οξυγόνου, τα πάντα. Οι τύποι ήθελαν να ζήσουν για πάντα». Ηρωίδα του βιβλίου είναι ουσιαστικά η Μίριαμ, η οποία σε ηλικία 16 ετών είχε σχεδόν πετύχει το ακατόρθωτο, σκαρφάλωσε το Τείχος και έφτασε στην άλλη πλευρά, οπότε τη συνέλαβαν. Με τον άντρα της στη συνέχεια θα περνούσαν τα πάνδεινα, ώσπου εκείνος υποτίθεται ότι κρεμάστηκε σε κελί της Στάζι ενώ εκείνη πίστευε ότι τον είχαν δολοφονήσει και δεν σταμάτησε να αναζητεί τις συνθήκες θανάτου του συντρόφου της. Επειτα ήταν η Γιούλια, σπιτονοικοκυρά της Φούντερ, που είχε συνάψει σχέση με Ιταλό δι΄ αλληλογραφίας, εντοπίστηκε από το καθεστώς, της ζητήθηκε να γίνει χαφιές σε βάρος του, εκείνη αρνήθηκε και η μέλλουσα καριέρα της στο πανεπιστήμιο καταστράφηκε, και η Φράου Πάουλ που ξύπνησε ένα πρωί με το Τείχος να τη χωρίζει από το νεογέννητο ασθενικό παιδί της, οπότε εκείνο μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο του Δυτικού Βερολίνου και εκείνη έμεινε στο Ανατολικό. «Χαθήκατε από προσώπου γης, παλιοτόμαρα», θα έλεγε η Μίριαμ το 1990. Ηταν όμως αλήθεια; Το τρέχον πολιτικό σύστημα απέτυχε να ασκήσει ποινικές διώξεις για τα αδικήματα που διαπράχθηκαν είτε χάριν μιας προσπάθειας για λήθη και συγχώρεση είτε από γραφειοκρατικές αγκυλώσεις. Ο Χόνεκερ δήλωσε στον Τύπο ότι δεν είχε τύψεις και διαμαρτυρήθηκε για τη σύλληψη πρώην συνεργατών του. Ο Μίλκε, αρχηγός στο υπουργείο Εθνικής Ασφαλείας, 81 ετών κατά την πτώση του Τείχους, μπαινόβγαινε για δύο χρόνια σε διάφορες φυλακές εκτίοντας μια συμβολική ποινή και αποφυλακίστηκε τον Αύγουστο του 1995 για λόγους υγείας.
Μικρές αγγελίες
Η Φούντερ έψαξε να τους βρει. Εβαλε μια αγγελία στην εφημερίδα για να συμπληρώσει την εικόνα: «Αναζητούνται: πρώην πράκτορες της Στάζι και ανεπίσημοι πληροφοριοδότες τους για συνέντευξη. Δημοσίευση στα αγγλικά, ανωνυμία εξασφαλισμένη». Το τηλέφωνό της δεν σταμάτησε να κτυπά. Θα συνέλεγε τώρα μαρτυρίες όπως αυτή του Κοχ, προσωπικού χαρτογράφου του Γενικού Γραμματέα Χόνεκερ, ο οποίος είχε χαράξει τη γραμμή κατά μήκος του δρόμου όπου θα χτιζόταν το Τείχος αλλά του ζητήθηκε να χωρίσει από τη γυναίκα του για να πάρει προαγωγή, ή του Φον Σνίτσλερ, αρχιπροπαγανδιστή ή του Βιντς, ο οποίος διατέλεσε επί 30 χρόνια στην αντικατασκοπία της Στάζι και τώρα αγωνιζόταν για την αλληλοϋποστήριξη των πρώην ανδρών της Στάζι αν αντιμετώπιζαν δίκη. Αυτοί οι άνθρωποι δεν περίμεναν ποτέ ότι κάποια στιγμή θα έπαυαν να υπάρχουν και ότι τα γραφεία τους θα γίνονταν μουσείο. Θεωρούσαν όπως και πριν ότι «ο καπιταλισμός δεν θ΄ αντέξει». Και συχνά δεν αντιμετώπιζαν πρόβλημα επιβίωσης. Ο χερ Μποκ, ο οποίος ήταν πρώην καθηγητής στην ακαδημία εκπαίδευσης της Στάζι και μάθαινε τους αξιωματικούς να κατασκοπεύουν και να ελέγχουν τους πολίτες της ΛΔΓ, εργαζόταν τώρα για τις δυτικογερμανικές εταιρείες που έρχονταν να αγοράσουν περιουσιακά στοιχεία της Ανατολικής Γερμανίαςπουλούσε για άλλη μία φορά τους συμπατριώτες του. Αυτή ήταν η μόνη δουλειά που ήξερε. Οσο για τα πρώην θύματά του, αυτοί ήταν πάλι άνεργοι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: